γράπτης

γράπτ-ης, ου, ,
A wrinkled, Eust.633.56.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γράπτης — ο (Μ) αυτός που έχει ρυτίδες. [ΕΤΥΜΟΛ. Παράλληλος σημασιολογικά τ. τού γράπις*, που μαρτυρείται στον Ευστάθιο. Το γράπτης θεωρήθηκε παράγωγο τού γράφω «χαράζω (γραμμή)»] …   Dictionary of Greek

  • γραπτῆς — γραπτεύς masc nom pl γραπτεύς masc nom/voc pl γραπτός painted fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραπτέων — γράπτης wrinkled masc gen pl (epic ionic) γραπτέος masc/fem/neut gen pl γραπτέος masc/neut gen pl γραπτεύς masc gen pl γραπτέω̆ν , γραπτεύς masc gen pl γραπτός painted masc/fem gen pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γραπτῶν — γράπτης wrinkled masc gen pl γραπτός painted fem gen pl γραπτός painted masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γράπτη — γράπτης wrinkled masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γράπτου — γράπτης wrinkled masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γράπτω — γράπτης wrinkled masc gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γλώσσα — I Όργανο με το οποίο ο άνθρωπος αναλύει και αντικειμενοποιεί την εμπειρία του με τη βοήθεια φωνητικών συμβόλων (λέξεων) που έχουν διαφορετική μορφή και διαφορετικές αμοιβαίες σχέσεις σε κάθε ιστορική κοινότητα. Πιο συγκεκριμένα, λέγοντας γ.… …   Dictionary of Greek

  • Σέσκλο — I Νεολιθικός οικισμός, 15 χλμ. Δ του Βόλου, στον οποίο αναπτύχθηκε κατά την 5η χιλιετία ο πρώτος νεολιθικός πολιτισμός που έγινε γνωστός στην Ελλάδα και ένας από τους πρώτους στη νοτιοανατολική Ευρώπη. Το όνομά του οφείλεται στο σύγχρονο μικρό… …   Dictionary of Greek

  • γράπις — ( ιδος), η (Α) 1. το δέρμα φιδιών και εντόμων που έχει απορριφθεί 2. (για πρόσωπο) γεμάτος ρυτίδες. [ΕΤΥΜΟΛ. Δημώδης τύπος, αβέβαιης ετυμολ. Υποστηρίχτηκε ότι, αν ληφθεί ως αφετηρία η έννοια τής ρυτίδας, πρόκειται για υποκοριστικό τ. τού γράπτης* …   Dictionary of Greek

  • γράφω — (AM γράφω) 1. αποδίδω λέξεις με γράμματα τού αλφαβήτου 2. ζωγραφίζω 3. γράφω επιστολή 4. καταχωρίζω σε κατάλογο 5. εγγράφω, κατατάσσω σε σχολείο κ.λπ. νεοελλ. 1. ξέρω να γράφω 2. συγγράφω, δημοσιεύω 3. κληροδοτώ, μεταβιβάζω την κυριότητα ακινήτου …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.